ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΡΑΜΠ
Γράφει ο Σπύρος φέν
STORIESNEWS
«Αν ίσχυε αυτό, σίγουρα δεν θα σας το έλεγα, αλλά δεν αναπτύσσω στρατεύματα», λέει ο Τραμπ.
Μια φράση που περισσότερο θολώνει παρά ξεκαθαρίζει το τοπίο.
Και ποιος μπορεί να εμπιστευτεί έναν παίκτη που κάθεται ταυτόχρονα σε όλα τα καθίσματα του ίδιου τραπεζιού; Είναι ιδιοκτήτης, ντίλερ, παίκτης και εγγυητής ασφαλείας στο ίδιο γεωπολιτικό καζίνο.
Ένα one-man show… χωρίς αύριο.
Αλλά ας δούμε τα πράγματα από την αρχή.
Ας δούμε την ιδιοσυγκρασία ενός πολέμου που εξελίσσεται χωρίς να διαφαίνεται πουθενά ένα ουσιαστικό τέλος.
Γιατί αυτό που εξελίσσεται τώρα στη Μέση Ανατολή δεν είναι ένας «καθαρός» πόλεμος με αρχή, μέση και τέλος.
Το ερώτημα, λοιπόν, που χρήζει απάντησης —και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιφύλαξη— μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσα από ορισμένους ιστορικούς παραλληλισμούς.
Παραλληλισμούς που ίσως βοηθήσουν να ερμηνευτούν τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται αυτές τις ημέρες στη Μέση Ανατολή.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κρατήσουμε και το γεγονός ότι στην εξίσωση έχει πλέον προστεθεί και ο πλέον απρόβλεπτος παράγοντας: ο Τραμπ.
Ένας πραγματικά άγνωστος «Χ», που κανένας στρατιωτικός αναλυτής δεν μπορεί να τοποθετήσει με ακρίβεια σε καμία γεωπολιτική εξίσωση, ώστε να προκύψει ένα αξιόπιστο αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό και η απόλυτη ιστορική αντιστοίχιση είναι πρακτικά αδύνατη.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν ορισμένα μοτίβα που μπορούμε να θυμηθούμε, προκειμένου να κάνουμε κάποιους προσεκτικούς «υπολογισμούς».
Αυτό που η Αμερική έκανε σε προηγούμενους πολέμους, πριν από κάθε επέμβαση, ήταν το λεγόμενο Misleading Context.
Δηλαδή, την τακτική της παραπληροφόρησης πριν από κάθε επέμβαση, παρέμβαση ή επίθεση — είτε αυτή αφορά γεωπολιτικά γεγονότα, κοινωνικά ζητήματα είτε κρίσεις — η οποία ακολουθεί συγκεκριμένα μοτίβα, με σκοπό να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη. Δηλαδή, τον μεγαλύτερο «αντίπαλό» της.
Το πιο κοντινό παράδειγμα είναι ο πόλεμος του Ιράκ το 2003.
Και τότε οι ΗΠΑ παρουσίαζαν το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν όχι μόνο ως οργανωτή της τρομοκρατίας, αλλά και ως απειλή λόγω πιθανής χρήσης χημικών όπλων.
Το Ιράκ είχε αναδειχθεί ως απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και γινόταν ανοιχτά λόγος για αλλαγή ηγεσίας.
Υπάρχουν, όμως, πολύ σοβαρές διαφορές μεταξύ των δύο συγκρούσεων: Ιράκ και Ιράν.
Το Ιράκ είχε ήδη μια τεράστια εσωτερική πολιτική ρωγμή μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών.
Έναν υπόκωφο αλλά ουσιαστικά ανοιχτό εμφύλιο, που επρόκειτο να «χρησιμοποιηθεί» από τις μυστικές υπηρεσίες, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επίθεση με χερσαίες δυνάμεις χωρίς μεγάλο ρίσκο.
Κάτι που δεν φαίνεται να ισχύει στο Ιράν, όπου οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις και οι φιλικές προς το καθεστώς τάσεις αποτελούν ένα τεράστιο ποσοστό — αν και όχι πλειοψηφικό. Πάνω από είκοσι εκατομμύρια πολίτες στηρίζουν τον ορκισμένο εχθρό του Ισραήλ και της Δύσης.
Κι όμως, ακόμη και τότε, η «εβδομάδα» που διατυμπάνιζε η αμερικανική στρατιωτική μηχανή κατέληξε σε έναν μήνα επιχειρήσεων, μέχρι την τελική πτώση και τη σύλληψη του Σαντάμ. Και μάλιστα με πολύ μικρότερη αντίσταση από ό,τι ήδη διαφαίνεται ότι θα υπάρξει σε μια ανάλογη περίπτωση στο Ιράν, από τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Επιπλέον, ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν κυρίως μια χερσαία εκστρατεία, ενώ ο τρέχων στο Ιράν είναι —μέχρι στιγμής— μια αεροπορική εκστρατεία.
Και βεβαίως, το πιο σημαντικό «κλειδί» στην επίθεση κατά του Ιράκ ήταν η τακτική του Misleading Context, η οποία κατάφερε να δημιουργήσει έναν πολύ μεγαλύτερο διεθνή συνασπισμό.
Σήμερα, όμως, αυτό ακούγεται πλέον ως φάρσα.
Γιατί το τέλος του πολέμου στο Ιράκ και οι συνέπειες από την αποκάλυψη της πραγματικότητας —που στοίχισαν ακόμη και σε υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, όπως ο Μπλερ, την αξιοπιστία της πολιτικής τους πορείας— δεν αφήνουν περιθώρια στον πλέον υποψιασμένο πολιτικό κόσμο για την ίδια «πολυτέλεια», ώστε να επαναλάβει το ίδιο φιάσκο. Όσο κι αν βολεύει κάποιους.
Ακολούθως, μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένες ομοιότητες των εχθροπραξιών στο Ιράν με τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1973.
Όμως και τότε δεν επρόκειτο για απόφαση ενός ή δύο. Ήταν μια σύγκρουση δι’ αντιπροσώπων μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Ακριβώς όπως και σήμερα, όπου δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε. Όσο κι αν η σκακιέρα επιμένει σε δύο ή τρεις παίκτες, στην πραγματικότητα εμπλέκονται πολλοί περισσότεροι.
Έτσι, ο πόλεμος έχει ήδη διαμορφωθεί σε αυτό που οι γεωπολιτικοί αναλυτές περιγράφουν ως «ψηφιδωτό πόλεμο», με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει μια τόσο εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση.
Μια τόσο εύθραυστη και ταυτόχρονα υποψιασμένη κατάσταση — περισσότερο από κάθε άλλη φορά — πόσο εύκολα θα μπορούσε να δεχτεί μια παράτολμη, αν όχι παράνοια, απόφαση για επίθεση με χερσαίες δυνάμεις σε ένα κράτος-λαβύρινθο από στοές αβεβαιότητας και τρομακτικής αντίστασης;
Ο καθηγητής John Mearsheimer, ειδικός στις αμερικανικές διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, δήλωσε ότι «μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί γρήγορα, λόγω γεωγραφικών και υλικοτεχνικών προκλήσεων», τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν βαρύ στρατιωτικό και πολιτικό κόστος.
Έτσι, το ερώτημα απλώς μεταλλάσσεται μέσα στο ίδιο του το χάος… σε ένα άλλο, πολύ σοβαρότερο:
Θα καταλήξουν τελικά τα Στενά του Ορμούζ σε μια νέα «Καλλίπολη»;
Μένει να το δούμε.
Είναι η πρώτη φορά που όποιος πει ότι ξέρει… δεν ξέρει τίποτα.
Και οποιαδήποτε ερμηνεία θα ήταν απλώς ένας ακόμη αριθμός στο λαχείο.