ΟΤΑΝ ΦΕΥΓEI Η ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ
Γράφει η Κατερίνα Σταματίου
STORIES
Ήταν κάποτε ένα παιδάκι με χρυσά μαλλιά. Όχι απλώς ξανθά—χρυσά, σαν να τα είχε ακουμπήσει ο ήλιος πριν φύγει για χειμωνιάτικο ύπνο. Το παιδάκι αυτό λάτρευε τη μαγεία. Τη μύριζε στον αέρα όταν άναβαν τα φωτάκια, τη μάζευε στις τσέπες του όταν έπεφτε χρυσόσκονη από τα γέλια, τη φύλαγε κάτω από το μαξιλάρι του σαν μικρό φυλαχτό.
Τις γιορτές τις ήξερε απ’ έξω: πότε αρχίζουν, πότε κορυφώνονται, πότε λάμπουν τόσο που νομίζεις πως ο κόσμος δεν θα σκοτεινιάσει ποτέ ξανά. Όμως υπήρχε κάτι που το παιδάκι δεν άντεχε. Το κενό. Εκείνη τη σιωπηλή στιγμή που τα στολίδια κατεβαίνουν, που τα τραγούδια σωπαίνουν, που η χρυσόσκονη μένει κολλημένη μόνο στις γωνίες του σπιτιού και στις άκρες της καρδιάς.
Όταν ερχόταν ο Γενάρης, ο κόσμος άλλαζε ρούχα. Φορούσε γκρι. Οι δρόμοι έμοιαζαν πιο μακρινοί, τα πρωινά πιο ψυχρά, και οι μέρες έμοιαζαν γυμνές—χωρίς κορδέλες, χωρίς υποσχέσεις. Το παιδάκι με τα χρυσά μαλλιά καθόταν στο παράθυρο και σκεφτόταν: «Πού πάει όλη αυτή η χαρά όταν τελειώνει; Χάνεται;»
Ένα βράδυ, καθώς ο αέρας κουδούνιζε σαν παλιό καμπανάκι, εμφανίστηκε μπροστά του μια μικρή φιγούρα. Ήταν ο Φύλακας των Μεταβάσεων. Δεν φορούσε λαμπερά ρούχα· φορούσε απλότητα. Κρατούσε όμως ένα μικρό σακουλάκι.
«Αυτό είναι η αληθινή χρυσόσκονη», είπε. «Δεν φαίνεται πάντα. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Φυτεύεται.»
Ο Φύλακας άνοιξε το σακουλάκι και μέσα δεν υπήρχε φως, αλλά σπόροι. Μικροί, ταπεινοί, σχεδόν αόρατοι. «Ο Γενάρης», συνέχισε, «είναι το χώμα. Κρύο, γυμνό, υπομονετικό. Χωρίς αυτό, καμία άνοιξη δεν θα τολμούσε να έρθει.»
Το παιδάκι κοίταξε τα χέρια του. Εκεί, ανάμεσα στις γραμμές της παλάμης, υπήρχε ακόμα λίγη λάμψη. Όχι εκτυφλωτική—ήρεμη. Κατάλαβε τότε πως η μαγεία δεν τελειώνει. Απλώς αλλάζει μορφή. Από θόρυβο γίνεται ψίθυρος. Από γιορτή γίνεται δρόμος.
Και έτσι, κάθε Γενάρη, το παιδάκι με τα χρυσά μαλλιά δεν φοβόταν πια τη γύμνια των ημερών. Τη σεβόταν. Γιατί ήξερε πως κάτω από το γκρι, κάτι ετοιμαζόταν. Κάτι που ήθελε χρόνο. Κάτι που ήθελε πίστη.
Και ίσως—λένε—αυτό να νιώθουμε όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Όταν τελειώνει η λάμψη και μένει η σιωπή, δεν είναι απουσία. Είναι ανάσα. Είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο θαύματα.
Να μη φοβόμαστε τον Γενάρη της ζωής μας.
Να τον περπατάμε με υπομονή και καλοσύνη,
κρατώντας λίγη χρυσόσκονη στην καρδιά,
γιατί ό,τι αγαπήσαμε δεν χάθηκε — απλώς ριζώνει.
Και όταν έρθει η άνοιξη, να μας βρει πιο αληθινούς,
πιο ήσυχους, πιο φωτεινούς. ✨