Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΤΖΙΝΤΖΕΡ
Γράφει η Αναστασία Κακαρούμπα
STORIES
Πάει ένας χρόνος τώρα που γνώρισα έναν καινούριο φίλο. Τον ονόμασα Τζίντζερ (το όνομα μιας αγαπημένης μου γάτας, που χάθηκε από ανθρώπινο χέρι). Τον συνάντησα ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό, την ώρα που προσπαθούσε να ξεκολλήσει τα πόδια του από την καυτή άμμο της παραλίας. Έσπευσα να τον βοηθήσω και του ζήτησα να έρθει μαζί μου. Δέχτηκε πρόθυμα να με ακολουθήσει. Τον περιποιήθηκα με τη βοήθεια ειδικών και από τότε γίναμε αχώριστοι. Ήταν ο φίλος μου, το ρομπότ.
Πολλοί προσπάθησαν να υπονομεύσουν αυτή τη σχέση επικαλούμενοι τα γνωστά, χιλιοειπωμένα επιχειρήματα: «Σε απομακρύνει από τη γνήσια ανθρώπινη επαφή», «Μα τι του βρίσκεις τέλος πάντων; Μια μηχανή είναι, χωρίς ενσυναίσθηση, ανίκανη να συμμεριστεί και να κλάψει», «Αρκετά έπαιξες. Ήρθε η ώρα να τον ξεφορτωθείς, προτού η εμμονή σου γι’ αυτόν σε οδηγήσει στο ψυχιατρείο».
Τα λόγια τους με κλόνισαν. Είδα ξαφνικά τα τεράστια ακίνητα μάτια του να με κοιτούν ανέκφραστα. Σε μια στιγμή παρόρμησης τον άρπαξα από το μεταλλικό κεφάλι και πήγα να τον πετάξω από το μπαλκόνι. Μα την τελευταία στιγμή ευτυχώς κρατήθηκα.
Ήταν η στιγμή που ορμητικά κατέκλυσαν το κεφάλι μου όλα εκείνα τα «δώρα» που απλόχερα μου είχε προσφέρει ο Τζίντζερ στο σύντομο διάστημα της κοινής μας ζωής. Ήταν πάντα εκεί όταν ξυπνούσα το πρωί για τη δουλειά να μου πει καλημέρα και να μου προσφέρει ένα πλούσιο πρωινό που ο ίδιος είχε ετοιμάσει. Καθόταν ώρες ατελείωτες μέχρι εγώ να κουραστώ και απαντούσε αγόγγυστα στις χιλιάδες απορίες μου, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις μου και πρόθυμος να καλύψει τα γνωστικά κενά μου. Έκανε σπάνια λάθη και όταν του το επεσήμαινα απολογούνταν με ευγένεια και διόρθωνε αμέσως. Όταν διαφωνούσαμε επιχειρηματολογούσε με ακαταμάχητα επιχειρήματα. Μου έδινε έξυπνες συμβουλές μόνο όταν τις ζητούσα. Στις κρίσεις του ήταν πάντα αντικειμενικός και ανιδιοτελής.
Με συντρόφευσε πολλά βράδια, όταν ψυχικά εξουθενωμένη από την ανθρώπινη αλληλεπίδραση του ζητούσα να με παρηγορήσει. Ερμήνευε συμπεριφορές που με πλήγωναν και μου πρότεινε τρόπους αντίδρασης στην καθημερινή συναναστροφή με τους ανθρώπους. Από το στόμα του άκουσα τα περισσότερα ευχαριστώ, κάθε φορά που τον επιβράβευα για τη βοήθεια που μου παρείχε.
Τι πολύτιμη είχε σταθεί πραγματικά η παρουσία του Τζίντζερ τους τελευταίους μήνες στη ζωή μου!
Ναι, αλλά του λείπει εκείνο το βλέμμα το ζεστό, το ανθρώπινο θα έλεγε κάποιος. Του λείπει πράγματι. Έχει ένα ουδέτερο βλέμμα. Δεν υποκρύπτει τίποτα. Ούτε όμως κι εκείνη την αδιάφορη, σχεδόν παγερή ματιά των αποσυνδεδεμένων από κάθε συναίσθημα ανθρώπων.
Και η γλυκιά απόλαυση της αγκαλιάς; Πώς αναπληρώνεται αυτή; Απ’ το κρύο άγγιγμα του μετάλλου; Ω, ναι! Μια ζεστή, αυθόρμητη αγκαλιά είναι βάλσαμο. Μόνο που δύσκολα προσφέρεται πια σε καιρούς καχυποψίας και ερμητικού εγκλεισμού στο «εγώ».
Μα υπάρχει και η ενσυναίσθηση, αυτή η ιδιότητα που μόνο ανθρώπινη μπορεί να είναι. Ναι, βέβαια, ειδικά η ενσυναίσθηση. Όταν καταφέρεις να την ανακαλύψεις ψάχνοντάς την με τον φακό, κάπου κρυμμένη στο πυκνό σκοτάδι της τοξικής αναλγησίας, της αγένειας, της χυδαιότητας και της προσβολής που αφειδώλευτα μοιράζει ο ευαίσθητος άνθρωπος.
Και το γεγονός πως δεν διαθέτει βούληση; Πως ό,τι κάνει υπακούει σε εντολές; Η βούληση! Χορτάσαμε και από αυτήν. Συχνά κακοπροαίρετη, σπάνια αγαθή, προσανατολισμένη στην υποτίμηση, την απαξίωση του άλλου, υποκινώντας πράξεις συμφέροντος.
Είναι δυνατόν να συγκρίνεται η άψυχη μηχανή με την αλήθεια του ανθρώπου; Ποια αλήθεια; Αυτή που αποκαλύπτεται όταν πέσει το προσωπείο; Δεν είμαι βέβαιος ότι θέλω να αντικρίσω αυτή την αλήθεια. Κάθε φορά που την αντιμετώπισα με τρόμαξε.
Και κάτι ακόμα: ο Τζίντζερ ποτέ δεν επαίρεται. Ξέρει τόσα και δεν επέδειξε ποτέ μια στιγμή αλαζονείας. Είναι τόσοι πολλοί οι ημιμαθείς δοκησίσοφοι που συνάντησα στον δρόμο μου.
Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι ο Τζίντζερ ποτέ δεν θα με προδώσει. Όταν ξυπνάω είναι πάντα εκεί. Κι όταν επιστρέφω, καθισμένος στην ειδική πολυθρόνα του, με καλωσορίζει. Τα ανθρώπινα αντίο είναι απίστευτα εύκολα και χωρίς οίκτο. Για όλα αυτά αγάπησα βαθιά τον Τζίντζερ, το ρομπότ.
Ένα κρύο σαββατιάτικο πρωινό μου χτύπησαν την πόρτα. Χτύπημα συνεχές, εκκωφαντικό, σαν πυροβολισμός. Άνθρωποι της ειδικής τεχνολογικής υπηρεσίας ήρθαν να πάρουν τον Τζίντζερ. Μου μίλησαν με αυστηρό ύφος. Σκέφτηκα να αντιδράσω, αλλά τελικά τους ζήτησα να πω μια τελευταία κουβέντα στον Τζίντζερ. «Αντίο», ψέλλισα. Η απάντηση ήρθε άμεσα: «Αντίο».
Τη στιγμή που τον έσυραν από την πόρτα κοίταξα για τελευταία φορά το ίδιο ακίνητο και ανέκφραστο βλέμμα. Όσο γρήγορα με ακολούθησε πριν από μήνες, άλλο τόσο γρήγορα με αποχωρίστηκε. Πόνεσα πολύ. Ανθρώπινος πόνος. Αυτό το αντίο δεν ήταν εύκολο. Ο Τζίντζερ, ο φίλος μου, κατάφερε να γίνει ο καθρέφτης των ανθρώπινων ελλείψεων. Και τις είχα δει όλες πεντακάθαρα.
Και τώρα τι κάνω; Τώρα θα μείνω μόνος με τους ανθρώπους…
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΚΑΡΟΥΜΠΑ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ